Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Τα υπέρ και τα κατάέξι εναλλακτικών τρόπων θέρμανσης έναντι του πετρελαίου

Ανεξάρτητα από τα χρήματα που θα χρειαστεί να δαπανήσουμε για την αγορά, στην πλειοψηφία τους οι εναλλακτικοί τρόποι θέρμανσης είναι φτηνότεροι κατά τη χρήση τους έναντι του πετρελαίου. 


Συγκρίνοντας τα κόστη λειτουργίας τους για ένα νοικοκυριό που κάνει λελογισμένη χρήση του συστήματος θέρμανσης και λαμβάνοντας ως μέση τιμή πετρελαίου την τρέχουσα (1,25 ευρώ το λίτρο), τότε η αντλία θερμότητας στοιχίζει λιγότερο από 51% έως και 60%, ο λέβητας βιομάζας που καίει πέλετ ξύλου 41%, ο λέβητας φυσικού αερίου από 31% ως και 38% και το ενεργειακό τζάκι νερού 39%.


 Υπάρχουν ωστόσο και ακριβότεροι τρόποι θέρμανσης συγκριτικά με το πετρέλαιο. Αν, για παράδειγμα, επιλέξουμε να ζεσταθούμε με συμβατικό τζάκι (ανοικτού τύπου) θα μας στοιχίσει ακριβότερα κατά 21%, ενώ η θέρμανση με συστήματα που χρησιμοποιούν ηλεκτρικές αντιστάσεις (αερόθερμα, ηλεκτρικοί λέβητες, θερμοπομποί κ.ά.) φτάνει να είναι ακριβότερη από 44% έως και 62,5%.

Στο τεστ που έκανε το ΕΜΠ σε συνεργασία με το ΕΚΕΤΑ εξετάζει τα κόστη για τέσσερις περιπτώσεις νοικοκυριών, με διαφορετικές ανάγκες θέρμανσης το καθένα, που θα επιλέξουν να αντικαταστήσουν εφέτος τον συμβατικό λέβητα πετρελαίου με άλλα συστήματα.

Τα αποτελέσματα ισχύουν μόνο για τις παραδοχές που έχουν χρησιμοποιηθεί (παρατίθενται σε ξεχωριστό σημείο), οι δε τιμές αγοράς των συσκευών θέρμανσης που αξιολογήθηκαν είναι απολύτως ενδεικτικές και μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, ανάλογα με τον κατασκευαστή και τη χώρα προέλευσης.

Σαν γενικό πάντως κανόνα πρέπει να γνωρίζετε ότι το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο, οι αντλίες θερμότητας, το ενεργειακό τζάκι και ο λέβητας βιομάζας αποτελούν τους μοναδικούς τρόπους για να ζεσταθούν αποτελεσματικά οι τοίχοι ενός σπιτιού, καθώς το νερό που κυκλοφορεί μέσω των σωμάτων των καλοριφέρ το διατηρεί ζεστό για ώρες μετά αφού τα σβήσουμε. Ας πάρουμε μία από τις τέσσερις περιπτώσεις νοικοκυριών που εξετάζει η έρευνα, μιας οικογένειας που κατοικεί στη Νότια ή στη Βόρεια Ελλάδα και που καταναλώνει 1.381 λίτρα πετρελαίου τη σεζόν, κάτι που μεταφράζεται σε 12.000 κιλοβατώρες ωφέλιμη θερμική ενέργεια.

Φυσικό αέριο

Δεδομένου ότι το νοικοκυριό αυτό ζεσταίνεται μέχρι σήμερα με συμβατικό λέβητα, και με παραδοχή ότι η μέση τιμή εφέτος για το πετρέλαιο είναι 1,25 ευρώ το λίτρο, θα πληρώσει για όλη τη σεζόν 1.734 ευρώ. Αν μάλιστα δικαιούται επιδόματος θέρμανσης (35 λεπτά/ λίτρο), το κόστος πέφτει στα 1.251 ευρώ.

Εστω τώρα ότι η οικογένεια αυτή αποφασίζει να αντικαταστήσει το πετρέλαιο με λέβητα φυσικού αερίου.

Ανάλογα με τον βαθμό απόδοσης της εγκατάστασης που θα επιλέξει, θα πληρώσει για όλη τη σεζόν μεταξύ 956 και 1.075 ευρώ. Χαμηλότερα δηλαδή απ' ό,τι αν συνέχιζε να ζεσταίνεται με πετρέλαιο κατά 38% με 45%. Το μοναδικό μειονέκτημα της συγκεκριμένης λύσης βρίσκεται στο κόστος αγοράς, καθώς και στο δίκτυο που δεν καλύπτει παρά συγκεκριμένες περιοχές. Ενας λέβητας φυσικού αερίου κοστίζει 3.600 ευρώ (βαθμός απόδοσης 0,87) ή 4.000 ευρώ (βαθμός απόδοσης 0,98). Παρ' όλα αυτά, είναι τέτοια η εξοικονόμηση χρημάτων έναντι του πετρελαίου που ο χρήστης θα κάνει απόσβεση σε τεσσεράμισι με πέντε χρόνια.

Αντλίες θερµότητας

Ειδικά για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα, η αντλία θερμότητας θεωρείται εξαιρετικά αποτελεσματική λύση, έχοντας παράλληλα και το πλεονέκτημα ότι τοποθετείται εύκολα - συνήθως στο μπαλκόνι - χωρίς να απαιτεί εντοιχισμό, καθώς συνδέεται απευθείας με τις σωληνώσεις του καλοριφέρ.

Δεν απαιτεί δηλαδή μερεμέτια, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του καυστήρα φυσικού αερίου όπου χρειάζονται εργασίες για να περάσουν οι σωληνώσεις κ.λπ.

Ας έρθουμε τώρα στα κόστη. Το νοικοκυριό του παραδείγματός μας, που θα επιλέξει τη λύση της αντλίας θερμότητας, θα χρειασθεί να πληρώσει για την αγορά της 7.500 ευρώ (τόσο κοστίζει ένα μοντέλο συμβατό με το υφιστάμενο δίκτυο θέρμανσης και τις απαιτήσεις θερμικών απωλειών). Από εκεί και πέρα, αν κατοικεί στην Αττική (κλιματική ζώνη Β) υπολογίζεται ότι θα πληρώσει για όλη τη σεζόν 854 ευρώ, ενώ αν κατοικεί, για παράδειγμα, στη Θεσσαλονίκη (κλιματική ζώνη Γ), το κόστος χρήσης θα ανέλθει σε περίπου 950 ευρώ. Τα ποσά είναι χαμηλότερα έναντι όσων πληρώνει για πετρέλαιο κατά 45%-50%. Το νοικοκυριό ωστόσο που κατοικεί στην Αττική θα αποσβέσει την επένδυση σε 7 χρόνια και εκείνο της Θεσσαλονίκης σε επτάμισι χρόνια αφού, όπως είπαμε, το κόστος αγοράς της είναι μεγάλο. Αν μάλιστα μια οικογένεια κάνει μικρή κατανάλωση, η διάρκεια απόσβεσης θα ξεπεράσει τα 10 χρόνια, και προφανώς δεν συνιστάται σε τέτοιες περιπτώσεις.

Ενεργειακό τζάκι

Πιο οικονομική λύση μοιάζει να είναι το ενεργειακό τζάκι. Κοστίζει κατά μέσο όρο 3.500 ευρώ, και το συγκεκριμένο νοικοκυριό θα πληρώσει περίπου 1.050 ευρώ για όλη τη σεζόν, δηλαδή 40% λιγότερα απ' ό,τι αν συνέχιζε να έχει πετρέλαιο. Ακριβώς επειδή το κόστος αντικατάστασης ενός συμβατικού τζακιού με ένα ενεργειακό τζάκι νερού δεν είναι τόσο μεγάλο όσο, για παράδειγμα, η αγορά μιας αντλίας θερμότητας, το νοικοκυριό αυτό θα χρειαστεί λιγότερο από τεσσεράμισι χρόνια για να αποσβέσει την επένδυσή του.Τα ενεργειακά τζάκια απαιτούν λιγότερη από την μισή ποσότητα ξύλου σε σχέση με τα συμβατικά, έχουν πολύ υψηλότερη ασφάλεια καθώς διαθέτουν πόρτα που κλείνει, ενώ αξιοποιούν έως και το 70% της κατώτερης θερμογόνου ικανότητας του ξύλου, έναντι 10%-15% ενός συμβατικού τζακιού. Μειονεκτούν ως προς το γεγονός ότι απαιτείται μεγάλος χώρος αποθήκευσης, συχνός καθαρισμός από τον χρήστη, καθώς και ότι θα πρέπει να είναι εφικτή η σύνδεση με το υφιστάμενο δίκτυο θέρμανσης.

Κλιματιστικά

Τα κλιματιστικά μπορούν να αποτελέσουν μια αρκετά καλή λύση, αλλά μάλλον συμπληρωματική. Τόσο γιατί όταν σβήσουν ο χώρος έπειτα από λίγα λεπτά κρυώνει, όσο και γιατί αν τα επιλέξουμε ως βασική πηγή θέρμανσης η κατανάλωσή μας σε ηλεκτρικό ρεύμα μπορεί να ανέβει κατακόρυφα. Ωστόσο, ένα καλό κλιματιστικό, ακριβώς επειδή έχει υψηλότερη απόδοση σε σχέση με τα άλλα κοινά ηλεκτρικά συστήματα, εξασφαλίζει χαμηλότερο κόστος λειτουργίας. Σύμφωνα με στοιχεία που προέρχονται από έρευνα αγοράς, ένα καλού τύπου κλιματιστικό inverter, των 9.000 BTU, κοστίζει 500 ευρώ. Για ένα σπίτι με δύο υπνοδωμάτια και σαλόνι θα απαιτηθούν δύο κλιματιστικά των 9.000 BTU και ένα μεγαλύτερο των 17.000 BTU, αξίας 800 ευρώ. Η συνολική δαπάνη είναι 1.800 ευρώ. Το μοναδιαίο κόστος λειτουργίας τους υπολογίζεται ότι είναι περίπου 9-10 λεπτά ανά κιλοβατώρα, και αυξάνεται όσο αυξάνεται και η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Το δε ετήσιο κόστος λειτουργίας υπολογίζεται στα 1.000-1.100 ευρώ. Στα επιπλέον οφέλη των κλιματιστικών το ότι κατά τις θερμές ημέρες δουλεύουν για να ψύχουν την ατμόσφαιρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραψτε και εσείς το σχόλιο σας!

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...